chinche
chinche

Ορισμός και σημασία του "chinche"στα ισπανικά

01

ενοχλητικός, εκνευριστικός

molesto, fastidioso o que causa irritación 
chinche definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más chinche
συγκριτικός βαθμός
más chinche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chinche
αρσενικό πληθυντικό
chinches
θηλυκό ενικό
chinche
θηλυκό πληθυντικό
chinches
θεματικό πεδίο
molestia, comportamiento, evaluación
Παραδείγματα
Este ruido es muy chinche, no puedo concentrarme. 

Αυτός ο θόρυβος είναι πολύ ενοχλητικός, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

01

κοριός, κλίνης κοριός

un insecto pequeño, plano y chupasangre que infesta camas 
el chinche definition and meaning
Παραδείγματα
El hotel tenía chinches en el colchón. 

Το ξενοδοχείο είχε κοριούς στο στρώμα.

02

κακή διάθεση, μελαγχολία

un estado de mal humor, tristeza o abatimiento 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chinches
Παραδείγματα
Hoy tengo un chinche y no quiero hablar con nadie. 

Σήμερα έχω κακή διάθεση και δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store