Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chinche
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
molesto, fastidioso o que causa irritación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más chinche
συγκριτικός βαθμός
más chinche
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chinche
αρσενικό πληθυντικό
chinches
θηλυκό ενικό
chinche
θηλυκό πληθυντικό
chinches
Παραδείγματα
Es chinche cuando se corta internet sin avisar.
Είναι ενοχλητικό όταν το διαδίκτυο διακόπτεται χωρίς προειδοποίηση.
El chinche
01
κοριός, κλίνης κοριός
un insecto pequeño, plano y chupasangre que infesta camas
Παραδείγματα
Viajé y me traje chinches en la maleta sin querer.
Ταξίδεψα και έφερα κοριούς στην βαλίτσα μου χωρίς να το θέλω.
02
κακή διάθεση, μελαγχολία
un estado de mal humor, tristeza o abatimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chinches
Παραδείγματα
El mal tiempo me pone un chinche.
Ο κακός καιρός με βάζει σε κακή διάθεση.



























