la charca
char
ˈʧaɾ
char
ca
ka
ka
charla

Ορισμός και σημασία του "charca"στα ισπανικά

01

λιμνούλα, λακκούβα

pequeña acumulación de agua, generalmente estancada, en la tierra 
la charca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
charcas
Παραδείγματα
Los patos nadaban en la charca del jardín. 

Οι πάπιες κολυμπούσαν στη λιμνούλα του κήπου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store