Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La charca
01
λιμνούλα, λακκούβα
pequeña acumulación de agua, generalmente estancada, en la tierra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
charcas
Παραδείγματα
Los patos nadaban en la charca del jardín.
Οι πάπιες κολυμπούσαν στη λιμνούλα του κήπου.



























