Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chapa
01
κλειδαριά
dispositivo metálico que se usa para cerrar y asegurar puertas, cajones u objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chapas
Παραδείγματα
La chapa de la puerta está rota.
Η κλειδαριά της πόρτας είναι σπασμένη.
02
καπάκι,τάπα, ، در
pieza que se coloca en la abertura de una botella o envase para cerrarlo
Παραδείγματα
La chapa de la botella está suelta.
Το καπάκι του μπουκαλιού είναι χαλαρό.
03
φύλλο
lámina o pieza delgada de metal utilizada en construcción o fabricación
Παραδείγματα
La chapa de acero es muy resistente.
Η λαμαρίνα χάλυβα είναι πολύ ανθεκτική.
04
αμάξωμα
parte exterior metálica de un vehículo que forma su carrocería
Παραδείγματα
La chapa del coche está abollada.
Η λαμαρίνα του αυτοκινήτου είναι βαθουλωμένη.



























