el chantaje
chantaje

Ορισμός και σημασία του "chantaje"στα ισπανικά

01

εκβιασμός, απόπειρα εκβιασμού

la acción de exigir algo a alguien bajo la amenaza de revelar información perjudicial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chantajes
Παραδείγματα
Fue víctima de un chantaje por fotos personales. 

Ήταν θύμα εκβιασμού για προσωπικές φωτογραφίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store