Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ceñido
01
στενός, εφαρμοστός
que está ajustado o muy próximo al cuerpo o a una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ceñido
συγκριτικός βαθμός
más ceñido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ceñido
αρσενικό πληθυντικό
ceñidos
θηλυκό ενικό
ceñida
θηλυκό πληθυντικό
ceñidas
Παραδείγματα
Los guantes ceñidos le quedaban perfectos.
Τα στενά γάντια του ταίριαζαν τέλεια.



























