Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cese
01
παύση
finalización o término de algo, especialmente una actividad o situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ceses
Παραδείγματα
Tras el cese del ruido, todo quedó en silencio.
Μετά την παύση του θορύβου, όλα έγιναν σιωπηλά.
02
λήξη, απόλυση
finalización de una relación laboral o de una actividad profesional
Παραδείγματα
El cese de funciones fue comunicado oficialmente.
Η παύση των καθηκόντων ανακοινώθηκε επίσημα.
03
παραίτηση, αποχώρηση
abandono voluntario de un puesto o cargo profesional
Παραδείγματα
El cese fue aceptado de inmediato.
Η παραίτηση έγινε άμεσα αποδεκτή.



























