Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cese
01
παύση
finalización o término de algo, especialmente una actividad o situación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ceses
Παραδείγματα
El cese de la reunión se anunció a las seis.
Η λήξη της συνεδρίασης ανακοινώθηκε στις έξι.
02
λήξη, απόλυση
finalización de una relación laboral o de una actividad profesional
Παραδείγματα
El cese de su actividad laboral fue inmediato.
Η παύση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ήταν άμεση.
03
παραίτηση, αποχώρηση
abandono voluntario de un puesto o cargo profesional
Παραδείγματα
El cese del ministro fue voluntario.
Η παραίτηση του υπουργού ήταν εθελοντική.



























