el cervecero

Ορισμός και σημασία του "cervecero"στα ισπανικά

El cervecero
[gender: masculine]
01

ζυθοποιός, παραγωγός μπύρας

una persona que fabrica cerveza de forma profesional o artesanal
Παραδείγματα
El cervecero embotelló la nueva hornada esta mañana.
Ο ζυθοποιός εμφιάλωσε τη νέα παρτίδα σήμερα το πρωί.
01

σχετικός με την μπύρα, σχετικός με την παραγωγή μπύρας

relacionado con la cerveza o su fabricación
Παραδείγματα
La feria cervecera incluye catas y conciertos.
Η έκθεση μπύρας περιλαμβάνει δοκιμές και συναυλίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store