Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El centralismo
01
κεντραρχία
un sistema de organización política donde el poder se concentra en un gobierno central
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La nueva constitución reforzó el centralismo del estado.
Το νέο σύνταγμα ενίσχυσε τον κεντραλισμό του κράτους.



























