Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El celador
01
φύλακας, επιμελητής
persona encargada de vigilar o asistir en instituciones como hospitales o edificios públicos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
celadores
Παραδείγματα
El celador estaba en su puesto toda la noche.
Ο φύλακας ήταν στη θέση του όλη τη νύχτα.
02
δεσμοφύλακας
funcionario encargado de vigilar y controlar a los reclusos en una prisión
Παραδείγματα
El celador informó del incidente.
Ο δεσμοφύλακας ανέφερε το περιστατικό.



























