caído

Ορισμός και σημασία του "caído"στα ισπανικά

01

κρεμασμένος, χαλαρός

que cuelga o desciende más de lo normal, especialmente refiriéndose a los párpados superiores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más caído
συγκριτικός βαθμός
más caído
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caído
αρσενικό πληθυντικό
caídos
θηλυκό ενικό
caída
θηλυκό πληθυντικό
caídas
Παραδείγματα
Una ceja caída puede ser síntoma de ciertas condiciones médicas.
Ένα κρεμασμένο φρύδι μπορεί να είναι σύμπτωμα ορισμένων ιατρικών καταστάσεων.
02

πεσμένος, νεκρός

que ha muerto en combate o en una lucha
Παραδείγματα
Una bandera cubría el ataúd del caído.
Μια σημαία κάλυπτε τη σορό του πεσόντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store