la carrocería
ca
ka
κα
rro
ro
ρο
ce
θe
θε
ría
ˈɾia
ρια
carreteríacarnicería

Ορισμός και σημασία του "carrocería"στα ισπανικά

La carrocería
01

αμάξωμα, εξωτερική δομή

la estructura exterior y el caparazón metálico de un vehículo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carrocerías
Παραδείγματα
La carrocería del coche nuevo tiene un diseño aerodinámico. 

Η καρότσα του νέου αυτοκινήτου έχει αεροδυναμικό σχέδιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store