Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cardiovascular
01
καρδιαγγειακός, καρδιαγγειακός
relativo al corazón y a los vasos sanguíneos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cardiovascular
αρσενικό πληθυντικό
cardiovasculares
θηλυκό ενικό
cardiovascular
θηλυκό πληθυντικό
cardiovasculares
θεματικό πεδίο
medicina, anatomía
Παραδείγματα
La enfermedad cardiovascular es muy común.
Η καρδιαγγειακή νόσος είναι πολύ συχνή.
LanGeek



























