el carcelero

Ορισμός και σημασία του "carcelero"στα ισπανικά

01

δεσμοφύλακας, φύλακας φυλακής

persona encargada de vigilar y custodiar a los presos en una cárcel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carceleros
Παραδείγματα
El carcelero abrió la puerta de la prisión.
Ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα της φυλακής.
01

φυλακής

relativo o perteneciente a la cárcel o al sistema penitenciario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
carcelero
αρσενικό πληθυντικό
carceleros
θηλυκό ενικό
carcelera
θηλυκό πληθυντικό
carceleras
Παραδείγματα
Se discutieron medidas carceleras más estrictas.
Συζητήθηκαν αυστηρότερα σωφρονιστικά μέτρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store