la caracola
ca
ka
ka
ra
ɾa
ra
co
ˈko
ko
la
la
la
carambola

Ορισμός και σημασία του "caracola"στα ισπανικά

01

μεγάλο θαλάσσιο κοχύλι, σπειροειδές θαλάσσιο κοχύλι

la concha grande, dura y en espiral de un caracol marino 
la caracola definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
caracolas
Παραδείγματα
El niño encontró una caracola en la playa y se la llevó a casa. 

Το αγόρι βρήκε ένα κοχύλι στην παραλία και το πήγε σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

caracola

cara

+

cola

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store