Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calificar
01
αξιολογώ, κρίνω
evaluar o juzgar la calidad, el valor o el rendimiento de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
califico
γ΄ ενικό πρόσωπο
califica
ενεστώτα μετοχή
calificando
απλός αόριστος
calificó
παθητική μετοχή
calificado
Παραδείγματα
El jurado debe calificar cada presentación de forma imparcial.
Η κριτική επιτροπή πρέπει να αξιολογεί κάθε παρουσίαση αμερόληπτα.
02
προκρίνομαι
lograr los requisitos necesarios para pasar a la siguiente fase de una competencia
Παραδείγματα
El equipo se esforzó para calificar para la final.
Η ομάδα προσπάθησε να προκριθεί στον τελικό.
03
βαθμολογώ, αξιολογώ
asignar una nota o puntuación a un examen o trabajo académico
Παραδείγματα
El profesor tarda una semana en calificar los exámenes finales.
Ο καθηγητής χρειάζεται μια εβδομάδα για να βαθμολογήσει τις τελικές εξετάσεις.



























