Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calificar
01
αξιολογώ, κρίνω
evaluar o juzgar la calidad, el valor o el rendimiento de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
califico
γ΄ ενικό πρόσωπο
califica
ενεστώτα μετοχή
calificando
απλός αόριστος
calificó
παθητική μετοχή
calificado
Παραδείγματα
Es difícil calificar el verdadero impacto de este proyecto social.
Είναι δύσκολο να αξιολογήσει κανείς την πραγματική επίδραση αυτού του κοινωνικού έργου.
02
προκρίνομαι
lograr los requisitos necesarios para pasar a la siguiente fase de una competencia
Παραδείγματα
El tiempo mínimo para calificar es de 10.5 segundos.
Ο ελάχιστος χρόνος για προκριματική είναι 10,5 δευτερόλεπτα.
03
βαθμολογώ, αξιολογώ
asignar una nota o puntuación a un examen o trabajo académico
Παραδείγματα
¿ Quién va a calificar los exámenes de matemáticas?
Ποιος θα βαθμολογήσει τις εξετάσεις μαθηματικών;



























