el cabecilla
cabecilla
cabrillacancilla

Ορισμός και σημασία του "cabecilla"στα ισπανικά

01

αρχηγός, ηγέτης

la persona que dirige o lidera un grupo, especialmente uno involucrado en actividades ilegales o rebeldes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cabecillas
αρσενικό ενικό
cabecilla
θηλυκό ενικό
cabecilla
neutral form
líder
Παραδείγματα
La policía capturó al cabecilla de la banda de ladrones. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον αρχηγό της συμμορίας κλεφτών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store