Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La burla
01
una acción o dicho gracioso para hacer reír
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
burlas
Παραδείγματα
Su burla era tan divertida que todos nos reímos.
02
φάρσα, αστείο
una broma práctica que se le hace a alguien
Παραδείγματα
Su burla favorita es poner sal en el azucarero.
Το αγαπημένο του φάρσο είναι να βάζει αλάτι στο ζαχαροδοχείο.
03
χλευασμός, γελοιοποίηση
una acción o comentario para ridiculizar o insultar a alguien
Παραδείγματα
Sus comentarios no eran una broma, sino una burla cruel.
Τα σχόλιά του δεν ήταν αστείο, αλλά μια σκληρήχλεύη.



























