Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bufete
01
γραφείο
mueble que se utiliza como escritorio o mesa de trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bufetes
Παραδείγματα
El bufete está junto a la ventana.
Το γραφείο είναι δίπλα στο παράθυρο.
02
δικηγορικό γραφείο, δικηγορική εταιρεία
despacho de abogados donde se ejercen servicios legales
Παραδείγματα
Trabaja en un bufete de abogados internacional.
Εργάζεται σε ένα διεθνές δικηγορικό γραφείο.



























