Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El brujo
01
μάγος, γόης
persona que practica la magia o la brujería
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
brujos
αρσενικό ενικό
brujo
θηλυκό ενικό
bruja
Παραδείγματα
El brujo vivía en una cueva aislada.
Ο μάγος ζούσε σε μια απομονωμένη σπηλιά.
brujo
01
γοητευτικός
que resulta encantador o cautivador de manera casi mágica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas brujo
συγκριτικός βαθμός
mas brujo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brujo
αρσενικό πληθυντικό
brujos
θηλυκό ενικό
bruja
θηλυκό πληθυντικό
brujas
θεματικό πεδίο
percepción, apariencia
Παραδείγματα
Tiene una mirada brujo que atrae a todos.
Έχει ένα μαγευτικό βλέμμα που ελκύει τους πάντες.



























