bronceado

Ορισμός και σημασία του "bronceado"στα ισπανικά

01

μαυρισμένος, ηλιοκαμένος

piel que se ha oscurecido por la exposición al sol
bronceado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bronceado
συγκριτικός βαθμός
más bronceado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bronceado
αρσενικό πληθυντικό
bronceados
θηλυκό ενικό
bronceada
θηλυκό πληθυντικό
bronceadas
Παραδείγματα
Los niños volvieron bronceados del campamento.
Τα παιδιά επέστρεψαν μαυρισμένα από το κατασκήνωση.
01

μαύρισμα, ηλιοκαμένο χρώμα

tono de piel más oscuro que se obtiene por la exposición al sol
el bronceado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bronceados
Παραδείγματα
Prefiero mantener un bronceado ligero.
Προτιμώ να διατηρώ ένα ελαφρύ μαύρισμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store