Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brindar
01
πίνω στην υγειά
levantar la copa y beber en honor a alguien o algo, o como un deseo de buena fortuna
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
brindo
γ΄ ενικό πρόσωπο
brinda
ενεστώτα μετοχή
brindando
απλός αόριστος
brindó
παθητική μετοχή
brindado
Παραδείγματα
Los invitados brindaron por la felicidad de los recién casados.
Οι καλεσμένοι πήραν ποτήρι για την ευτυχία των νεόνυμφων.
02
προσφέρω, παρέχω
ofrecer, dar o proporcionar algo, especialmente una oportunidad, ayuda o un servicio
Παραδείγματα
Este nuevo trabajo me brinda la oportunidad de viajar.
Αυτή η νέα δουλειά προσφέρει σε μένα την ευκαιρία να ταξιδέψω.



























