Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brincar
01
πηδώ, χοροπηδώ
moverse hacia arriba y hacia adelante o hacia atrás en el aire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
brinco
γ΄ ενικό πρόσωπο
brinca
ενεστώτα μετοχή
brincando
απλός αόριστος
brincó
παθητική μετοχή
brincado
Παραδείγματα
El niño brincó sobre la cama.
Το παιδί πήδηξε πάνω στο κρεβάτι.
02
χοροπηδώ με ένα πόδι
moverse sobre una sola pierna levantando el cuerpo del suelo
Παραδείγματα
El niño brincaba sobre un pie en el patio.
Το παιδί πηδούσε σε ένα πόδι στην αυλή.



























