Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brincar
01
πηδώ, χοροπηδώ
moverse hacia arriba y hacia adelante o hacia atrás en el aire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
brinco
γ΄ ενικό πρόσωπο
brinca
ενεστώτα μετοχή
brincando
απλός αόριστος
brincó
παθητική μετοχή
brincado
Παραδείγματα
Brincó del suelo al escenario.
Πηδάω από το πάτωμα στη σκηνή.
02
χοροπηδώ με ένα πόδι
moverse sobre una sola pierna levantando el cuerpo del suelo
Παραδείγματα
Estaba brincando de un pie a otro en el gimnasio.
Αυτός πηδούσε από το ένα πόδι στο άλλο στο γυμναστήριο.



























