Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bisabuela
01
προγιαγιά, προμάμμη
madre del abuelo o la abuela
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bisabuelas
αρσενικό ενικό
bisabuelo
θηλυκό ενικό
bisabuela
Παραδείγματα
Mi bisabuela tiene noventa años.
Η προγιαγιά μου είναι ενενήντα ετών.



























