Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bipolar
01
διπολικός, μανιοκαταθλιπτικός
relacionado con un trastorno mental caracterizado por cambios extremos del estado de ánimo entre la manía y la depresión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bipolar
αρσενικό πληθυντικό
bipolares
θηλυκό ενικό
bipolar
θηλυκό πληθυντικό
bipolares
Παραδείγματα
Es importante tener una red de apoyo cuando se vive con una condición bipolar.
Είναι σημαντικό να έχεις ένα δίκτυο υποστήριξης όταν ζεις με μια διπολική διαταραχή.
Λεξικό Δέντρο
bipolar
polar



























