Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bilateral
01
διμερής
que involucra o afecta a dos partes, especialmente dos países
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bilateral
αρσενικό πληθυντικό
bilaterales
θηλυκό ενικό
bilateral
θηλυκό πληθυντικό
bilaterales
Παραδείγματα
El tratado bilateral tiene diez años.
Η διμερής συνθήκη είναι δέκα ετών.
Λεξικό Δέντρο
bilateral
lateral
later



























