Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bigamia
01
διγαμία, κατάσταση διγαμίας
el estado de estar casado con dos personas al mismo tiempo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La segunda esposa demandó al marido por bigamia y fraude.
Η δεύτερη σύζυγος μήνυσε τον σύζυγο για διγαμία και απάτη.



























