bienal
bie
bje
μπγε
nal
ˈnal
ναλ

Ορισμός και σημασία του "bienal"στα ισπανικά

01

διετής

que ocurre o se realiza cada dos años 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bienal
αρσενικό πληθυντικό
bienales
θηλυκό ενικό
bienal
θηλυκό πληθυντικό
bienales
θεματικό πεδίο
tiempo, eventos
Παραδείγματα
La exposición bienal atrae a muchos visitantes. 

Η διετής έκθεση προσελκύει πολλούς επισκέπτες.

01

μπιενάλε

evento que se celebra cada dos años 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bienales
Παραδείγματα
La bienal de arte atrajo a miles de visitantes. 

Η διετής έκθεση τέχνης προσέλκυσε χιλιάδες επισκέπτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store