Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bienal
01
διετής
que ocurre o se realiza cada dos años
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bienal
αρσενικό πληθυντικό
bienales
θηλυκό ενικό
bienal
θηλυκό πληθυντικό
bienales
Παραδείγματα
El informe se publica de forma bienal.
Η έκθεση δημοσιεύεται ανά διετία.
El bienal
01
μπιενάλε
evento que se celebra cada dos años
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bienales
Παραδείγματα
Ganó reconocimiento internacional gracias a la bienal.
Κέρδισε διεθνή αναγνώριση χάρη στην μπιενάλε.



























