el bíceps

Ορισμός και σημασία του "bíceps"στα ισπανικά

El bíceps
[gender: masculine]
01

δικέφαλος

músculo situado en la parte frontal del brazo que permite flexionar el codo y girar la mano
el bíceps definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bíceps
Παραδείγματα
Los bíceps se ven más definidos con una dieta adecuada y ejercicio.
Οι δικέφαλοι φαίνονται πιο καθορισμένοι με κατάλληλη διατροφή και άσκηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store