el ceps
ˈbi
bi
ceps
θeps
theps

Ορισμός και σημασία του "bíceps"στα ισπανικά

01

δικέφαλος

músculo situado en la parte frontal del brazo que permite flexionar el codo y girar la mano 
el bíceps definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bíceps
Παραδείγματα
El bíceps se fortalece levantando pesas. 

Ο δικέφαλος ενισχύεται με την άρση βαρών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store