Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bancarrota
01
πτώχευση, χρεωκοπία
situación legal o económica en la que una persona o empresa no puede pagar sus deudas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La empresa declaró la bancarrota en 2020.
Η εταιρεία κήρυξε πτώχευση το 2020.



























