Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La baldosa
01
πλάκα δρόμου
una pieza plana de piedra o arcilla para pavimentar calles o patios
Παραδείγματα
La calle empedrada estaba hecha de grandes baldosas de granito.
Ο πλακόστρωτος δρόμος ήταν φτιαγμένος από μεγάλες πλάκες γρανίτη.
02
πλακάκι δαπέδου, πλακάκι τοίχου
una pieza plana de cerámica, piedra u otro material para cubrir suelos o paredes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
baldosas
Παραδείγματα
El albañil está colocando la última baldosa del suelo de la cocina.
Ο κτίστης τοποθετεί το τελευταίο πλακάκι στο πάτωμα της κουζίνας.



























