Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La balanza
[gender: feminine]
01
ζυγαριά, ζυγός
instrumento que sirve para medir el peso de los objetos
Παραδείγματα
La balanza muestra el peso en gramos.
Η ζυγαριά δείχνει το βάρος σε γραμμάρια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ζυγαριά, ζυγός