el ayuno
a
a
a
yu
ˈʝu
yoo
no
no
no
algunoningunounoveintiuno

Ορισμός και σημασία του "ayuno"στα ισπανικά

01

νηστεία, αποχή από τροφή

el acto de abstenerse de comer o beber durante un período de tiempo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ayunos
Παραδείγματα
Romper el ayuno con una comida ligera es importante. 

Το σπάσιμο της νηστείας με ένα ελαφρύ γεύμα είναι σημαντικό.

01

στερημένος, χωρίς

que carece de algo o no tiene conocimiento sobre un tema en particular 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ayuno
συγκριτικός βαθμός
más ayuno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ayuno
αρσενικό πληθυντικό
ayunos
θηλυκό ενικό
ayuna
θηλυκό πληθυντικό
ayunas
Παραδείγματα
Su discurso estaba ayuno de propuestas concretas. 

Η ομιλία του ήταν ayuno συγκεκριμένων προτάσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store