Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ayunar
01
νηστεύω, τηρώ νηστεία
no comer ni beber durante un período de tiempo por motivos religiosos o de salud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ayuno
γ΄ ενικό πρόσωπο
ayuna
ενεστώτα μετοχή
ayunando
απλός αόριστος
ayunó
παθητική μετοχή
ayunado
Παραδείγματα
Los creyentes ayunan durante festividades importantes.
Νηστεία κατά τη διάρκεια σημαντικών εορτών.



























