Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El autorretrato
01
αυτοπροσωπογραφία, πορτρέτο του εαυτού
una pintura, dibujo o fotografía de uno mismo realizada por el propio artista
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autorretratos
Παραδείγματα
El artista pintó un autorretrato en su juventud.
Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε ένα αυτοπροσωπογραφία στη νεότητά του.



























