Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autoritario
01
αυταρχικός
que impone su autoridad de manera estricta o absoluta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más autoritario
συγκριτικός βαθμός
más autoritario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
autoritario
αρσενικό πληθυντικό
autoritarios
θηλυκό ενικό
autoritaria
θηλυκό πληθυντικό
autoritarias
Παραδείγματα
Las decisiones autoritarias causan descontento.
Οι αυταρχικές αποφάσεις προκαλούν δυσαρέσκεια.



























