Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausentar
01
απουσιάζω, δεν είμαι παρών
irse o no estar presente en un lugar donde se debería estar
Παραδείγματα
El estudiante se ausentó de clase por enfermedad.
Ο μαθητής απουσίασε από το μάθημα λόγω ασθένειας.
02
παραλείπω, αποκλείω
dejar a alguien o algo fuera de un lugar, lista o grupo de manera intencional o por descuido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ausento
γ΄ ενικό πρόσωπο
ausenta
ενεστώτα μετοχή
ausentando
απλός αόριστος
ausentó
παθητική μετοχή
ausentado
Παραδείγματα
No debes ausentar ningún detalle importante en tu informe.
Παραλείπω καμία σημαντική λεπτομέρεια στην έκθεσή σας.



























