ausentar

Ορισμός και σημασία του "ausentar"στα ισπανικά

ausentar
01

απουσιάζω, δεν είμαι παρών

irse o no estar presente en un lugar donde se debería estar
ausentar definition and meaning
Παραδείγματα
El jugador se ausentó del entrenamiento por una lesión leve.
Ο παίκτης απουσίαζε από την προπόνηση λόγω ελαφρού τραυματισμού.
02

παραλείπω, αποκλείω

dejar a alguien o algo fuera de un lugar, lista o grupo de manera intencional o por descuido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ausento
γ΄ ενικό πρόσωπο
ausenta
ενεστώτα μετοχή
ausentando
απλός αόριστος
ausentó
παθητική μετοχή
ausentado
Παραδείγματα
El compositor decidió ausentar los violines de esta pieza musical.
Ο συνθέτης αποφάσισε να παραλείψει τα βιολιά από αυτό το μουσικό κομμάτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store