el auricular

Ορισμός και σημασία του "auricular"στα ισπανικά

01

ακουστικό τηλεφώνου, δέκτη τηλεφώνου

parte del teléfono que se sostiene cerca del oído y la boca
el auricular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
auriculares
Παραδείγματα
Levanta el auricular y marca el número.
Το ακουστικό σηκώνεται και ο αριθμός επιλέγεται.
01

ωτιαίος, ακουστικός

relativo a la oreja o al oído
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
auricular
αρσενικό πληθυντικό
auriculares
θηλυκό ενικό
auricular
θηλυκό πληθυντικό
auriculares
Παραδείγματα
La cirugía auricular fue exitosa.
Η χειρουργική επέμβαση στο αυτί ήταν επιτυχής.
02

καρδιακός, προκαρδιακός

relativo a la aurícula del corazón
Παραδείγματα
El ritmo auricular se monitorea en casos de fibrilación.
Ο κολπικός ρυθμός παρακολουθείται σε περιπτώσεις μαρμαρυγής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store