Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atónito
01
κατάπληκτος, έκθαμβος
lleno de gran sorpresa o asombro
Παραδείγματα
El público estaba atónito ante el talento del joven músico.
Το κοινό ήταν atónito μπροστά στο ταλέντο του νεαρού μουσικού.



























