Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atónito
01
κατάπληκτος, έκθαμβος
lleno de gran sorpresa o asombro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atónito
συγκριτικός βαθμός
más atónito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atónito
αρσενικό πληθυντικό
atónitos
θηλυκό ενικό
atónita
θηλυκό πληθυντικό
atónitas
Παραδείγματα
El público estaba atónito ante el talento del joven músico.
Το κοινό ήταν atónito μπροστά στο ταλέντο του νεαρού μουσικού.



























