Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrasar
01
καθυστερώ
hacer que algo ocurra más tarde de lo previsto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atraso
γ΄ ενικό πρόσωπο
atrasa
ενεστώτα μετοχή
atrasando
απλός αόριστος
atrasó
παθητική μετοχή
atrasado
Παραδείγματα
No quiero atrasar la reunión.
Δεν θέλω να καθυστερήσω τη συνάντηση.
02
υστερώ
quedarse rezagado en una tarea o actividad
Παραδείγματα
Me estoy atrasando con el trabajo.
Καθυστερώ στη δουλειά, με τη λέξη atrasar.
03
καθυστερώ, μεταθέτω πίσω
mover la hora hacia atrás
Παραδείγματα
Hay que atrasar el reloj una hora.
Πρέπει να γυρίσουμε το ρολόι μία ώρα πίσω.



























