Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrasar
01
καθυστερώ
hacer que algo ocurra más tarde de lo previsto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atraso
γ΄ ενικό πρόσωπο
atrasa
ενεστώτα μετοχή
atrasando
απλός αόριστος
atrasó
παθητική μετοχή
atrasado
Παραδείγματα
El proyecto se atrasó por problemas técnicos.
Το έργο καθυστέρησε λόγω τεχνικών προβλημάτων.
02
υστερώ
quedarse rezagado en una tarea o actividad
Παραδείγματα
Ella se atrasó con las tareas.
Έμεινε πίσω με τις εργασίες.
03
καθυστερώ, μεταθέτω πίσω
mover la hora hacia atrás
Παραδείγματα
Atrasaron los relojes por el horario de invierno.
Καθυστέρησαν τα ρολόγια για τη χειμερινή ώρα.



























