Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atornillar
01
βιδώνω, συνδέω με βίδα
unir o sujetar algo usando un tornillo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atornillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atornilla
ενεστώτα μετοχή
atornillando
απλός αόριστος
atornilló
παθητική μετοχή
atornillado
Παραδείγματα
Atornillamos un soporte a la pared.
Βιδώσαμε ένα στήριγμα στον τοίχο.
02
βιδώνω, σφίγγω
apretar o sujetar algo con tornillos para que quede firme
Παραδείγματα
Debes atornillar la lámpara con cuidado.
Πρέπει να βιδώσετε τη λάμπα προσεκτικά.



























