Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atornillar
01
βιδώνω, συνδέω με βίδα
unir o sujetar algo usando un tornillo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atornillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atornilla
ενεστώτα μετοχή
atornillando
απλός αόριστος
atornilló
παθητική μετοχή
atornillado
Παραδείγματα
Voy a atornillar la mesa para que quede firme.
Πρόκειται να βιδώσω το τραπέζι για να παραμείνει σταθερό.
02
βιδώνω, σφίγγω
apretar o sujetar algo con tornillos para que quede firme
Παραδείγματα
Necesito atornillar la mesa para que no se mueva.
Πρέπει να βιδώσω το τραπέζι για να μην κινείται.



























