Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atlético
01
αθλητικός, γυμνασμένος
que tiene un cuerpo fuerte y en forma por practicar deportes o ejercicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atlético
συγκριτικός βαθμός
más atlético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atlético
αρσενικό πληθυντικό
atléticos
θηλυκό ενικό
atlética
θηλυκό πληθυντικό
atléticas
Παραδείγματα
El cuerpo atlético requiere disciplina y buena alimentación.
Το αθλητικό σώμα απαιτεί πειθαρχία και καλή διατροφή.
El atlético
01
αθλητής, αθλητής στίβου
persona que practica el deporte de atletismo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atléticos
Παραδείγματα
Los atléticos necesitan una dieta equilibrada.
Οι αθλητές χρειάζονται μια ισορροπημένη διατροφή.



























