Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aterrorizar
01
τρομοκρατώ
causar miedo intenso o pavor a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aterrorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aterroriza
ενεστώτα μετοχή
aterrorizando
απλός αόριστος
aterrorizó
παθητική μετοχή
aterrorizado
Παραδείγματα
La noticia del accidente aterrorizó a todos.
Η είδηση του ατυχήματος τρομοκράτησε όλους.
02
πανικοβάλλομαι, φοβάμαι
entrar en pánico o sentir miedo extremo repentinamente
Παραδείγματα
Me aterroricé al ver la serpiente.
Τρομοκρατήθηκα όταν είδα το φίδι.



























