Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aterrorizar
01
τρομοκρατώ
causar miedo intenso o pavor a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aterrorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aterroriza
ενεστώτα μετοχή
aterrorizando
απλός αόριστος
aterrorizó
παθητική μετοχή
aterrorizado
Παραδείγματα
La película de terror aterrorizó a los niños.
Η ταινία τρόμου τρομοκράτησε τα παιδιά.
02
πανικοβάλλομαι, φοβάμαι
entrar en pánico o sentir miedo extremo repentinamente
Παραδείγματα
Se aterrorizó al ver el incendio.
Τρομοκρατήθηκε όταν είδε τη φωτιά.



























