Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atentar
01
απειλώ
actuar de manera violenta o peligrosa contra alguien o algo
Παραδείγματα
Atentaron contra su vida la semana pasada.
Την περασμένη εβδομάδα αποπειράθηκαν να τον σκοτώσουν.
02
αποπειρώμαι να δολοφονήσω, κάνω απόπειρα δολοφονίας
intentar causar la muerte o daño grave a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atento
γ΄ ενικό πρόσωπο
atenta
ενεστώτα μετοχή
atentando
απλός αόριστος
atentó
παθητική μετοχή
atentado
Παραδείγματα
Intentaron atentar contra el político.
Προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον πολιτικό.



























