Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asesorar
01
συμβουλεύω, راهنمایی کردن
dar consejo o guía profesional, especialmente en contextos legales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asesoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
asesora
ενεστώτα μετοχή
asesorando
απλός αόριστος
asesoró
παθητική μετοχή
asesorado
Παραδείγματα
El abogado asesora al cliente sobre el contrato.
Ο δικηγόρος συμβουλεύει τον πελάτη για το συμβόλαιο.
02
συμβουλεύομαι,ζητώ συμβουλή, راهنمایی گرفتن
pedir consejo o guía profesional para informarse antes de actuar
Παραδείγματα
Debe asesorarse antes de firmar el contrato.
Πρέπει να ζητήσει συμβουλή πριν υπογράψει τη σύμβαση.



























