Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asequible
01
κατανοητός, προσιτός
que se puede comprender con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más asequible
συγκριτικός βαθμός
más asequible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asequible
αρσενικό πληθυντικό
asequibles
θηλυκό ενικό
asequible
θηλυκό πληθυντικό
asequibles
Παραδείγματα
El libro está escrito en un lenguaje asequible.
Το βιβλίο είναι γραμμένο σε προσιτή γλώσσα.
02
προσιτός, οικονομικός
que tiene un precio razonable y se puede pagar sin dificultad excesiva
Παραδείγματα
Encontramos un hotel asequible cerca del centro.
Βρήκαμε ένα προσβάσιμο ξενοδοχείο κοντά στο κέντρο της πόλης.
03
προσβάσιμος, επιτεύξιμος
que se puede alcanzar o conseguir
Παραδείγματα
El éxito es asequible con esfuerzo y constancia.
Η επιτυχία είναι προσβάσιμη με προσπάθεια και συνέπεια.



























