Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asegurado
01
ασφαλισμένος
persona que está cubierta por un seguro médico o de otro tipo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asegurado
αρσενικό πληθυντικό
asegurados
θηλυκό ενικό
asegurada
θηλυκό πληθυντικό
aseguradas
Παραδείγματα
El hospital verificó si el paciente estaba asegurado.
Το νοσοκομείο έλεγξε εάν ο ασθενής ήταν ασφαλισμένος.



























