Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ascender
01
ανεβαίνω
subir o aumentar en cantidad, nivel o intensidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
asciendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
asciende
ενεστώτα μετοχή
ascendiendo
απλός αόριστος
ascendió
παθητική μετοχή
ascendido
Παραδείγματα
La temperatura ascendió rápidamente durante el día.
Η θερμοκρασία ανέβηκε γρήγορα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
02
ανεβαίνω, υψώνομαι
subir a un lugar más alto o avanzar hacia arriba
Παραδείγματα
El globo ascendió hasta perderse entre las nubes.
Το μπαλόνι ανέβηκε μέχρι να χαθεί ανάμεσα στα σύννεφα.
03
προάγομαι
recibir un aumento de rango o puesto en una organización laboral o militar
Παραδείγματα
Ascendí a supervisor tras un excelente desempeño.
Προάχθηκα σε επόπτη μετά από εξαιρετική απόδοση.



























