Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Artilugio
01
τέχνασμα
estratagema o recurso ingenioso, a menudo usado para engañar o lograr un objetivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
artilugios
02
συσκευή, εργαλείο
objeto o mecanismo ingenioso, a veces complicado o engañoso, usado para un fin específico



























