artilugio
artilugio

Ορισμός και σημασία του "artilugio"στα ισπανικά

01

τέχνασμα

estratagema o recurso ingenioso, a menudo usado para engañar o lograr un objetivo 
artilugio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
artilugios
Παραδείγματα
Usó un artilugio para ganar ventaja. 

Χρησιμοποίησε ένα τέχνασμα για να αποκτήσει πλεονέκτημα.

02

συσκευή, εργαλείο

objeto o mecanismo ingenioso, a veces complicado o engañoso, usado para un fin específico 
artilugio definition and meaning
Παραδείγματα
Inventó un artilugio para abrir la puerta automáticamente. 

Εφηύρε ένα αρτιλούχιο για να ανοίγει αυτόματα την πόρτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store