Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arriesgar
01
διακινδυνεύω, εκθέτω σε κίνδυνο
exponer algo o a alguien a un peligro o pérdida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arriesgo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arriesga
ενεστώτα μετοχή
arriesgando
απλός αόριστος
arriesgó
παθητική μετοχή
arriesgado
Παραδείγματα
Ella decidió arriesgar su dinero en el nuevo negocio.
Αποφάσισε να ρισκάρει τα χρήματά της στη νέα επιχείρηση.



























