Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrepentir
01
μετανιώνω, λυπάμαι
sentir tristeza o remordimiento por algo que se hizo o dejó de hacer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arrepiento
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrepiente
ενεστώτα μετοχή
arrepintiendo
απλός αόριστος
arrepintió
παθητική μετοχή
arrepentido
Παραδείγματα
Me arrepiento de no haber estudiado más.
Μετανιώνω που δεν έχω μελετήσει περισσότερο.
02
αμφιβάλλω, υποχωρώ
sentir inseguridad o arrepentimiento por una decisión tomada, especialmente antes de actuar
Παραδείγματα
Se arrepintió antes de subir al escenario.
Μετάνιωσε πριν ανέβει στη σκηνή.



























